Βασίλης Μακρής & Νίκος Βατόπουλος
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Ποταμός 2002, σελ. 260
Εβίτα Μαχαίρα
Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Ποταμός 2002, σελ. 247
ISBN 960 7563 79 4
Μισέλ Φάϊς
Η ΠΟΛΗ ΣΤΑ ΓΟΝΑΤΑ
Εκδόσεις Πατάκη 2002, σελ. 115
Οι μεγάλες πόλεις του κόσμου έχουν συνήθως τους εμβληματικούς φωτογράφους των: το Παρίσι έχει τον Atget και τον Doisneau, η Νέα Υόρκη τον Weegee και τον Winogrand, το Λονδίνο τον Brandt, η Νεάπολη τον Mimmo Jodice. Μόνο η Αθήνα δεν απέκτησε ακόμα τους δικούς της φωτογραφικούς ερμηνευτές. Υπάρχουνε βέβαια κάποια σημεία αναφοράς (η Πλάκα της Σεραϊδάρη, διάσπαρτες εικόνες της Παπαϊωάννου, η Ομόνοια της Ελένης Μαλιγκούρα, οι Νοτιοανατολικοί Τόποι του Νίκου Παναγιωτόπουλου), κανένας όμως φωτογράφος δεν έχει ταυτισθεί με την απεικόνιση της ελληνικής πρωτεύουσας. Χωρίς να φιλοδοξούν να καλύψουν το κενό, τρία πολύ διαφορετικά πρόσφατα βιβλία εξετάζουν ορισμένες επιμέρους όψεις της ταλαιπωρημένης αυτής μεγαλούπολης.
Στο Πρόσωπο της Αθήνας παρατηρούμε κάτι το σχετικά ασυνήθιστο, την περίπου ισοβαρή δηλαδή σχέση φωτογράφου και συγγραφέως. Η Ελλάδα είναι χώρα όπου η κριτική λειτουργεί ακόμα προβληματικά, ενώ η καλή αρχιτεκτονική κριτική σπανίζει διεθνώς. Ο Νίκος Βατόπουλος, που αποτελεί εξαίρεση και στους δύο ισχυρισμούς, συνεργάσθηκε εδώ με τον φωτογράφο Βασίλη Μακρή σε μια εξερεύνηση της αρχιτεκτονικής ιστορίας των Αθηνών - ή για την ακρίβεια, σε πείσμα του κάπως αόριστου τίτλου, της "αστικής κατοικίας στην Αθήνα", όπως διευκρινίζει ο συγγραφέας στο γλαφυρό εισαγωγικό του κείμενο. Οι διαδρομές του Μακρή και του Βατόπουλου στις γειτονιές της Αθήνας εξελίχθηκαν "σε μία αφήγηση του αστικού γούστου των Αθηναίων ή μάλλον σε μία δειγματοληπτική απεικόνιση προσόψεων με τις οποίες οι Αθηναίοι επέλεξαν κατά καιρούς να καθρεφτίσουν τη ζωή τους. [...] Δόθηκε έμφαση στις δημοφιλείς συνοικίες της μεσαίας αστικής τάξης, δηλαδή στο Κολωνάκι, τη Νεάπολη, τα Εξάρχεια, την Κυψέλη, το Μουσείο, την Πλάκα...". Η έμφαση αυτή και η συνειδητή εξαίρεση ερειπίων κάθε κατηγορίας, προσόψεων "παραποιημένων από κλιματιστικά, τέντες, επιγραφές, διαφημίσεις", αλλά και κάθε εμπορικού ή δημοσίου κτιρίου, τελικά επικεντρώνει την μελέτη αποκλειστικά στον χώρο της Αθηναϊκής (μεγαλο)αστικής αρχιτεκτονικής, με σαφές επίκεντρο το Κολωνάκι και τη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας.
Ο περιορισμός δεν αποβαίνει αναγκαστικά εις βάρος του βιβλίου, έχει όμως ως αποτέλεσμα την προβολή μίας πόλης σίγουρα αγνώριστης από τους περισσότερους σημερινούς της κατοίκους. Ο φακός του Μακρή καταγράφει μια Αθήνα καθαρή, ήρεμη, ρυμοτομημένη, γεμάτη χαριτωμένες αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες - προπάντων όμως άδεια από ανθρώπους. Εδώ δεσπόζουν, για να ανατρέξουμε στην έκφραση του Baudelaire, επίσης μεγάλου περιπατητή των πόλεων, "luxe, calme et volupte" - "πολυτέλεια, γαλήνη και ευδαιμονία". Αρμόζει απόλυτα στην απεικόνιση του μεγαλοαστικού περιβάλλοντος το γεγονός ότι ο φωτογράφος στέκεται αποκλειστικά στις προσόψεις, χωρίς ποτέ να δρασκελίσει τα κατώφλια. Τα αμέτρητα παράθυρα των προσόψεων είναι όλα ερμητικά σφαλισμένα με παντζούρια ή κουρτίνες? τη μόνη ίσως φορά που διαφαίνεται κάποια εσωτερική λεπτομέρεια, μια κρεμάστρα γεμάτη ρούχα σε παράθυρο της Ερμού 124, η αδιακρισία του φακού σχεδόν σκανδαλίζει. Μια εξιδανικευμένη, σχεδόν ονειρική λοιπόν θέαση της Αθήνας, προσαρμοσμένη στη δηλωμένη επιθυμία του συγγραφέα "το βιβλίο αυτό να είναι με το μέρος όσων πιστεύουν ότι η Αθήνα είναι μία πόλη με πολύ περισσότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά από όσα της επιτρέπεται συχνά να διεκδικήσει για τον εαυτό της". Η επιθυμία είναι αξιοσέβαστη, ενώ όπως πάντα, η θέαση εξαρτάται από το πού στέκεται κανείς.
Εάν το ενδιαφέρον του Βατόπουλου επικεντρώνεται "στην Αθήνα που αισθάνεται τμήμα της Δυτικής Ευρώπης", δεν παύει εντούτοις να αναγνωρίζει την ύπαρξη μιας άλλης, "Λεβαντίνικης" Αθήνας νοτίως της Πλατείας Ομονοίας. Τα εμπορικά καταστήματα και τους μαγαζάτορες της άλλης αυτής Αθήνας καταγράφει με πάθος λεπιδοπτερολόγου η Εβίτα Μαχαίρα στον Ίσκιο της Αθήνας. Τα επαγγέλματα που μνημονεύει συνθέτουν ένα μικρο-οικονομικό σύστημα που ανήκει περισσότερο στον 19ο παρά στον 21ο αιώνα: βιοτεχνίες και μεταπρατικές υπηρεσίες όπως λευκοσιδηρουργεία, καθεκλοποιία, καρβουνάδικα και αποθήκες κάθε είδους προμηθεύουν ψάθινα είδη, στόκο, μπαχαρικά, υλικά ραπτών, ξηρούς καρπούς, μάρμαρα, πιτζάμες, "ιδιότροπα ζώα", καραμελόχαρτα και χίλια-δυό άλλα είδη απαραίτητα ή αχρείαστα. Ένας κόσμος καταδικασμένος, που σβήνει σιγά-σιγά μαζί με τους πρωταγωνιστές του, αφού όπως σημειώνει ο Μάνος Ελευθερίου, "Σε όσες φωτογραφίες απεικονίζονται μαγαζάτορες έχεις την εντύπωση ότι έχουν στοιχειώσει, ότι έχουν πάθει αγκύλωση, καθώς επί χρόνια κινούνται μόνο σε ελάχιστα τετραγωνικά. Όλοι τους είναι μεγάλης ηλικίας, ορισμένοι στα πρόθυρα της σύνταξης." Πολλά ρολά είναι ήδη κατεβασμένα, οι συχνά σκονισμένες και μισο-άδειες προθήκες μαρτυρούν ότι η επιχείρηση στη καλύτερη περίπτωση αργοπεθαίνει, ενώ μία ολόκληρη ενότητα του βιβλίου έχει τίτλο "Κλείνουμε".
Η Μαχαίρα απαθανατίζει προσόψεις καταστημάτων, αλλά και τα προϊόντα, τις επιγραφές και τους ιδιοκτήτες των. Οι φωτογραφίσεις της είναι αυθόρμητες, σχεδόν άδολες, και η ποιότητα των φωτογραφιών μερικές φορές στα όρια του αποδεκτού. Δίνουν την εντύπωση είτε πως χρησιμοποιεί εξαιρετικά απλή, ερασιτεχνική φωτογραφική μηχανή, είτε πως βασίζεται αποκλειστικά στον πλήρη αυτοματισμό κάποιας πιο προηγμένης μηχανής. Βασικά στοιχεία των συνθέσεών της είναι συχνά λίγο φλου, το βάθος πεδίου είναι συνήθως υπερβολικά ρηχό, δεν λαμβάνονται ποτέ υπόψιν οι διαφορές μεταξύ φυσικού και τεχνητού φωτισμού, ενώ το διάφραγμα που επιλέγει αδυνατεί ως επί το πλείστον να γράψει λεπτομέρειες στα σκοτεινά εσωτερικά. Κατά παράδοξο όμως τρόπο, η ανεπιτήδευτη αυτή φωτογραφική γραφή εν τέλει αρμόζει στο θέμα - ίσως γιατί και αυτό είναι αντίστοιχα άδολο, αλλά προπάντων διότι μένουμε με την εντύπωση εικόνων που τραβήχθηκαν γρήγορα, στο πόδι, με μοναδική πρόθεση να αρπάξουν κάτι από τον αδηφάγο χρόνο.
Η Πόλη στα γόνατα του Μισέλ Φάϊς αντιμετωπίζει την Αθήνα από ριζικά διαφορετική σκοπιά, όπως υπογραμμίζει η αντιπαράθεση της σελίδας 91 με τη σελίδα 48 του Ίσκιου της Αθήνας, όπου απεικονίζεται ο ίδιος ακριβώς χώρος: η προθήκη του καταστήματος ταμάτων της οδού Ταξιαρχών 6. Η εκδοχή της Μαχαίρα, έγχρωμη, εστιασμένη αποκλειστικά στα επίχρυσα και αργυρά τάματα, λειτουργεί νοσταλγικά, ανάγει στην ορθοδοξία, στο Βυζάντιο, σε μια αόριστη μελαγχολία. Η εκδοχή του Φάϊς, μαυρόασπρη, πολύ τραχύτερη, αποστασιοποιείται λιγάκι από την προθήκη - όσο χρειάζεται για να συμπεριληφθεί στη σύνθεση η μορφή της σκυμμένης, ηλικιωμένης γυναίκας με το αναπόσπαστο εκείνο φορτίο των αστέγων όλου του κόσμου, τους ασφυχτικά γεμάτους πλαστικούς σάκους. Ο Φάϊς προειδοποιεί: "Δεν είμαι συγγραφέας, δεν είμαι φωτογράφος. Ένας λυσσαλέος περιπατητής είμαι, που υποφέρω από πολύ εαυτό." Άλλος ένας flaneur των Αθηνών, λοιπόν, με το βλέμμα όμως στραμμένο όχι πια στην αρχιτεκτονική, αλλά στους άστεγους που αποκαλεί οικοδεσπότες του έξω και τους οποίους φωτογραφίζει με την ίδια εμμονή που η Μαχαίρα αφοσιώνει στα καταστήματα της οδού Αθηνάς.
Οι άστεγοι των Αθηνών δεν είναι μονάχα κάποιοι σκληρόπετσοι αλήτες, αλλά οι χαμένοι του παιχνιδιού της ελεύθερης αγοράς: πρόσφυγες, ανεπιθύμητοι γέροι, αζήτητα παιδιά, καθυστερημένοι, τρελοί, αλκοολικοί. Με άλλο λόγια, οι άτυχοι. Ο Φάϊς τους φωτογραφίζει άμεσα, χωρίς συναισθηματισμούς και χωρίς ιδιαίτερη τέχνη? σκέφτομαι πως αν είναι να φωτογραφίσει κανείς αυτούς τους ανθρώπους, καλύτερα έτσι, παρά μετατρέποντας τους σε εικαστικά αξιοθέατα.
Οι φωτογραφίες συνοδεύονται από αποσπασματικά κείμενα που μοιάζουν σπαράγματα βιωμάτων: "Κρατάει πολύ η γαμημένη η ζωή. Έχουν αυτοκτονήσει δύο φίλοι μου. Πολύ". - "Πηγαίνω στις εκκλησίες και σβήνω τα κεριά για ένα πιάτο φαΐ. Ένα ποτήρι αδειανό να πιάσω, τρέμουν τα χέρια μου. Δεν έχω φάει δραχμούλα από κανένα". - "Κοιμάμαι μία, κοιμάμαι δύο ώρες. Πολισία μας διώχνει. Τρώνε κονσέρβες γάτες. Καληνύχτα. Κοιμόταν παγκάκι, σπάσει παγκάκι". - "Μαζεύω λεφτουδάκια. Τρώω σαντουιτσάκια. Πουλάω χαρτομάντηλα και μπικ. Καθαρίζω τζάμια. Μας διώχνουν. Τους ταξιτζήδες θα τους σκοτώσω μια μέρα". Πουθενά δεν αναφέρεται η πατρότητα των κειμένων. Εάν είναι του φωτογράφου/περιπατητή, μάλλον άδικα αποποιείται τον τίτλο του συγγραφέα. Εάν ανήκει πάλι στους άστεγους, κακώς δεν τους αποδίδεται: εφόσον δεν έχουν τίποτα, ας τους μείνει τουλάχιστον η πατρότητα του λόγου τους: "Σκορπίσαμε σαν το πιπέρι".
|