Γιάννης Σταθάτος
Ο ΚΥΘΗΡΙΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΑΤΣΕΑΣ


Καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου και μέχρι το δεύτερο τρίτο περίπου του 20ου αιώνα, την αφανή βάση της παγκόσμιας φωτογραφικής δραστηριότητας αποτελούσαν τα κατά τόπους επαγγελματικά φωτογραφεία? στις φτωχότερες και πιο απομακρυσμένες προπάντων περιοχές, οι επιχειρήσεις αυτές ήσαν ουσιαστικά η μοναδική πυγή φωτογραφικών πορτραίτων ή άλλων ντοκουμέντων. Τα περισσότερα από τα ταπεινά και χωρίς ιδιαίτερες καλλιτεχνικές αξιώσεις έργα που παρήγαγαν έχουν καταστραφεί ή διασκορπισθεί, ενώ όσα επέζησαν τείνουν να αντιμετωπισθούν από τους ιστορικούς σαν τεκμήρια καθαρά τοπικού ενδιαφέροντος ή, στην καλύτερη περίπτωση, σαν χαριτωμένα δείγματα ανώριμης φωτογραφικής δημιουργίας. Σε λίγες όμως, εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, η ρευστότητα του φωτογραφικού μέσου γίνεται αφορμή το έργο ορισμένων από τους σχεδόν ανώνυμους αυτούς μεροκαματιάρηδες να αποκτά - συνήθως πολλά χρόνια μετά τον θάνατό τους - ανέλπιστη καλλιτεχνική αξία.
     Ανάλογη περίπτώση αποτελούν οι εκατό περίπου γυάλινες πλάκες του φωτογράφου E.J. Bellocq (Νέα Ορλεάνη, περί το 1912) που τύπωσε και ανέδειξε ο Lee Friedlander, το αρχείο του Αμερικανού πορτραιτίστα Mike Disfarmer που απαθανάτισε τους κατοίκους της μικρής κωμόπολης Heber Springs στο Arkansas κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1930 και 1940, ή, πιο πρόσφατα, τα εμπορικά πορτραίτα του βορειοαφρικανού Seydou Keita. Απαραίτητη προϋπόθεση για παρόμοια αναθεώρηση, εκτός βέβαια από το ταλέντο του αυτοδίδακτου ως επί το πλείστον επαγγελματία, είναι η επιβίωση επαρκούς αριθμού έργων με εξακριβωμένη πατρότητα. Την προϋπόθεση αυτή αναμφισβήτητα πληρεί ο πρώτος Κυθήριος επαγγελματίας φωτογράφος Παναγιώτης Φατσέας, το αρχείο του οποίου παρέμεινε ανέπαφο επί 64 χρόνια, όπως περίπου το άφησε όταν πέθανε.
     Ο Παναγιώτης Φατσέας γεννήθηκε στο Λειβάδι Κυθήρων το 1888, γιος του Μανώλη Φατσέα και της Κυριακούλας Καλλιγέρου. Όπως πολλούς Κυθήριους, η οικονομική ανάγκη τον ώθησε να εγκαταλείψει το φτωχό και την εποχή εκείνη πυκνοκατοικημένο νησί και να ξενιτευθεί, μεταναστεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ηλικία 22 ετών. Φαίνεται να έζησε κυρίως στη Νέα Γιόρκη (σώζεται πορτραίτο του από φωτογραφείο του Coney Island), δεν ξέρουμε όμως με τι εργασίες ασχολήθηκε. Το 1912 με την έναρξη του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα και κατετάγη εθελοντής στο πεζικό, λαμβάνοντας μέρος στις μάχες του Κιλκίς και του Μπιζανίου.
     Μάλλον πρέπει να αποστρατεύθηκε με την υπογραφή της ελληνοτουρκικής συνθήκης του Νοεμβρίου 1913, αφού όπως διαφαίνεται από στοιχεία του αρχείου του, τον Ιανουάριο 1914 εγκαινιάζει επαγγελματική φωτογραφική δραστηριότητα στα Κύθηρα χρεώνοντας τον Χαράλαμπο Στάθη 17,70 δραχμές "δια δελτάρια". Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες των παιδιών του, ο πατέρας τους είχε επιστρέψει από τις Ηνωμένες Πολιτείες κάτοχος φωτογραφικής μηχανής, πιθανώς μία από τις πρώτες στα χέρια μονίμου κατοίκου των Κυθήρων? ενώ αρχικά δεν είχε σκοπό να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη φωτογραφία, φαίνεται πως η ζήτηση, κυρίως για πορτραίτα, ήταν τέτοια που τελικά ενέδωσε, ανοίγοντας φωτογραφείο στο Λειβάδι. Σύμφωνα πάντα με το βιβλίο εργασίας του, ο Φατσέας συμπλήρωσε συνολικά 50 επαγγελματικές φωτογραφίσεις κατά τη διάρκεια του 1914. Για άγνωστο ακόμα λόγο, στο σημείο αυτό διακόπτεται η επαγγελματική του ενασχόληση με τη φωτογραφία, για να ξαναρχίσει, συστηματικά πλέον, στις 21 Μαΐου 1920. Δεν αποκλείεται να επαναστρατεύθηκε με τ
     Το 1921 παντρεύθηκε στα Κύθηρα την Αλεξάνδρα Στάθη, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά, τρεις γιους και δύο κόρες. Αρχικά μετέτρεψε ένα δωμάτιο της οικογενειακής κατοικίας σε φωτογραφείο, το 1919 όμως θεμελίωσε στο κέντρο του Λειβαδιού επαγγελματική στέγη που συμπεριλάμβανε studio φωτογράφισης και σκοτεινό θάλαμο, καθώς και αίθουσα λιανικού εμπορίου πάνω στο δρόμο που διέθετε, εκτός φυσικά από φωτογραφίες, ψιλικά, γραφική ύλη και είδη σχεδίου. Σχεδιασμένο κατά τα πρότυπα του προηγούμενου αιώνα, δηλαδή με μεγάλη τζαμαρία και βορινούς φεγγίτες με κουρτίνες που επέτρεπαν στον φωτογράφο να ρυθμίζει τον φυσικό φωτισμό του χώρου, το studio ήταν επίσης εφοδιασμένο με την περίτεχνα σκαλισμένη ξύλινη πολυθρόνα που εμφανίζεται σε πολλά από τα πορτραίτα και από έναν μπερντέ που φιλοτέχνησε τη δεκαετία του τριάντα κάποιος πλανόδιος ζωγράφος διαφημιστικών επιγραφών. Το κτίριο, με τη χαρακτηριστική μεταλλική διαφήμιση της Kodak δίπλα στη πόρτα, σώζεται ακόμα, αν και παρέμεινε κλειστό επί δεκαετίες.
     Το μεγαλύτερο μέρος των φωτογραφιών του Φατσέα είναι επίσημα πορτραίτα τραβηγμένα στο φωτογραφείο. Παρουσιάζουν μεμονωμένα άτομα όρθια ή καθιστά, ζεύγη, ανδρόγυνα, παιδιά μόνα τους, μητέρες με παιδιά, ηλικιωμένους, καθώς και πολυμελείς οικογένειες? μικρότερες υποενότητες αποτελούν τα πορτραίτα νεονύμφων, τα μωρά, και η ειδική εκείνη κατηγορία ομαδικών πορτραίτων όπου απαθανατίζονται αποκλειστικά οι άνδρες δύο ή περισσοτέρων γενεών μιας οικογένειας.
Η εξήγηση για την παραγωγή τόσων φωτογραφικών πορτραίτων σε έναν οικονομικά υποβαθμισμένο τόπο (η φωτογράφιση κόστιζε το αντίστοιχο τριών με τεσσάρων ημερομισθίων) βρίσκεται στο ισχυρό μεταναστευτικό ρεύμα των Κυθηρίων, αρχικά προς τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο, αργότερα προς τη Βόρειο Αμερική και (κυρίως) την Αυστραλία. Επειδή οι προπολεμικοί μετανάστες σπανίως έπαιρναν μαζί τους τις οικογένειές των, επιστρέφοντας στο νησί - εφόσον είχαν τη δυνατότητα - κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια για σύντομα χρονικά διαστήματα, απαιτούσαν τη τακτική αποστολή οικογενειακών πορτραίτων. Το γεγονός αυτός εξηγεί βέβαια τη σχετική σπανιότητα πρωτοτύπων εκτυπώσεων των φωτογραφιών του Φατσέα στα Κύθηρα: τα περισσότερα πρωτότυπα πρέπει να αναζητηθούν στο εξωτερικό, όπου και εστάλησαν.
     Έκτος από επίσημα πορτραίτα, στο αρχείο περιλαμβάνονται και μερικά τοπία, εξωτερικές φωτογραφίσεις ομάδων όπως σχολεία, εμπορικοί σύλλογοι, εκδρομείς κ.λπ., εσωτερικά εκκλησιών, δεξιώσεις, εορτασμοί και πανηγύρια, σκηνές από την περιφορά (τη "γύρα") της εικόνας της Μυρτιδιώτισσας, και άλλα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της προπολεμικής ζωής του νησιού. Δύο ενδιαφέρουσες κατηγορίες που συναντιόνται αρκετά τακτικά είναι αφενός η ομαδική φωτογράφιση, για διαφημιστικούς προφανώς σκοπούς, γυναικών καθισμένες μπροστά από ραπτομηχανές (καταχωρούνται στο ευρετήριο με ενδείξεις όπως "Σχολή κεντημάτων ραπτομηχανών Βέστα"), και αφετέρου οι φωτογραφίες κηδειών. Το δεύτερο αυτό είδος είχε τη δική του τελετουργία σύμφωνα με την οποία το φέρετρο, σχεδόν πάντοτε κλειστό, φωτογραφίζεται όρθιο και ακουμπισμένο στον εξωτερικό τοίχο της εκκλησίας, περιστοιχισμένο από κληρικούς και μέλη της οικογενείας? καθαυτό όμως νεκρικά πορτραίτα δεν φαίνεται να τράβηξε ο Φατσέας, αν και έχουν εντοπισθεί ένα-δύο δείγματα
     Ο Παναγιώτης Φατσέας πέθανε το 1938 στη τραγικά νέα ηλικία των πενήντα ετών. Ο μεγαλύτερός του γιος Μανώλης (γ.1923) έμαθε τη τέχνη του φωτογράφου πολύ νωρίς, και μετά τον θάνατο του πατέρα του συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα στα χρόνια της κατοχής και μετέπειτα. Μαζί με τον αδελφό του Χαράλαμπο (γ.1928) διατήρησαν το φωτογραφείο για τουλάχιστον άλλες τέσσερις δεκαετίες, διευρύνοντας μάλιστα τις δραστηριότητες της επιχείρησης με την προσθήκη θερινού κινηματογράφου στο Λειβάδι καθώς και κινητού κινηματογραφικού κλιμακίου, που από το 1953 μέχρι το 1972 έδινε παραστάσεις και στα πιο απομακρυσμένα χωριά των Κυθήρων.
     Το αρχείο Παναγιώτη Φατσέα αποτελείται από 2,150 περίπου γυάλινες αρνητικές πλάκες, ως επί το πλείστον διαστάσεων 12Χ16.5 εκ., καθώς και από το εξαιρετικά πολύτιμο βιβλίο εργασίας στο οποίο κατέγραφε με σχολαστικότητα τις λεπτομέρειες κάθε επαγγελματικής συναλλαγής του. Σε εφτά στήλες σημείωνε με μελάνι τα εξής στοιχεία:
  1. "Ημερομηνία" (ημέρα, μήνας και έτος).
  2. "Ονοματεπώνυμο πελατών", στο οποίο συχνά προσέθετε πληροφορίες όπως τόπος διαμονής ("Δρυμών"), επάγγελμα ("χωροφύλαξ"), περίσταση ("Κηδεία Κουτσούνενας") και στοιχεία μεγενθύσεων.
  3. "Αριθμός Φωτογραφιών", εννοείται της παραγγελίας.
  4. "Αριθμός των προσώπων", εννοείται των εικονιζομένων.
  5. "Δελτάρια", δηλαδή ο αριθμός πρόσθετων εκτυπώσεων επαφής σε χαρτί ταχυδρομικού δελταρίου που αγόραζε ο πελάτης.
  6. "Δραχμαί", δηλαδή η συνολική χρέωση της παραγγελίας.
  7. "Αριθμός πλακός", το πολυτιμότερο ίσως στοιχείο, αφού μας επιτρέπει να διασταυρώσουμε πολλές (δυστυχώς όχι όλες) πλάκες με τις πληροφορίες του βιβλίου εργασίας.

Τον Ιανουάριο 1923 προστίθεται μία όγδοη στήλη με την ένδειξη "Αριθμός πλακός 9Χ12" (σε αντίθεση με τις συνήθεις των 12Χ16.5 εκ.), η καινοτομία όμως αυτή προφανώς δεν απέδωσε όσο ανεμένετο, αφού οι σχετικές καταχωρήσεις παύουν τον Απρίλιο 1924 με την υπ' αριθμόν 64 πλάκα.
     Μετά την εμφάνιση, ο Φατσέας αριθμούσε κάθε πλάκα με αύξοντα αριθμό που παρέπεμπε στο αντίστοιχο λήμμα του βιβλίου εργασίας, άλλοτε (κυρίως τα πρώτα χρόνια) πάνω σε μικρά κομμάτια χαρτί που κολλούσε σε μία γωνία της πλάκας, άλλοτε με λευκό μελάνι και άλλοτε χαράσσοντας τον αριθμό πάνω στη ζελατίνη. Οι εμφανισμένες πλάκες επανατοποθετούντο στα χαρτονένια κουτιά της εκάστοτε κατασκευαστικής εταιρείας ανά 12-14 κομμάτια? αρχικά ήσαν σχεδόν αποκλειστικά γαλλικής προελεύσεως, μάρκας Jougla και Lumi?re, αργότερα γερμανικής, Hauff ή Agfa. Στην κάθετη άκρη του κουτιού σημείωνε με μελάνι τον πρώτο και τελευταίο αύξοντα αριθμό των αρνητικών καθώς και τη χρονολογία.
     Η αξιοσημείωτη αυτή σχολαστικότητα του φωτογράφου θα έπρεπε να μας είχε κληρονομήσει ένα αρχείο μοναδικό ως προς την πληρότητα του. Δυστυχώς, αν και οι πλάκες δεν διασκορπίσθηκαν, αλλά παρέμειναν τακτοποιημένες στο παλιό φωτογραφείο του Λειβαδιού όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι γιοι του φωτογράφου έκλεισαν για τελευταία φορά την πόρτα του μαγαζιού, δεν υποπτεύθηκε κανείς τη ταλαιπωρία που επιφύλασσε στο αρχείο ο χρόνος. Με το πέρασμα των δεκαετιών στο έτσι ή αλλιώς υγρό Λειβάδι, τα αρνητικά υπέστησαν σιγά-σιγά τις καταστρεπτικές συνέπειες της υγρασίας και της βαθμιαίας συσσώρευσης πάνω τους σκόνης, χώματος και ιδιαιτέρως υγροσκοπικού πεσμένου σοβά. Το αποτέλεσμα ήταν τα χαρτονένια κουτιά να σαπίσουν και οι πλάκες να διαβρωθούν από την υγρασία και τη σκόνη, σχηματίζοντας σχεδόν ενιαίες μάζες μεταξύ τους.
     Η όψη που παρουσίαζαν τα τελευταία χρόνια ήταν τόσο άθλια που εθεωρείτο μάλλον βέβαιο ότι δεν υπήρχαν ελπίδες σωτηρίας. Όταν όμως μου δόθηκε την άνοιξη του 2002 η ευκαιρία να εξετάσω ένα μέρος των αρνητικών, ανακάλυψα με χαρά ότι ναι μεν η φθορά ήταν εξαιρετικά προχωρημένη, σε βαθμό που άλλος ένας βαρύς χειμώνας θα είχε σημάνει ολοσχερή καταστροφή, εν τούτοις με προσεχτική συντήρηση, ένα αξιόλογο μέρος του αρχείου θα μπορούσε να διασωθεί.
     Τον πυρήνα του αρχείου, αριθμητικά αλλά και αισθητικά, αποτελούν τα πορτραίτα. Στη θέα των αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως πόσο διαφέρουν από τον μέσο όρο της επαγγελματικής φωτογραφίας της εποχής των. Πρώτα απ' όλα ξεχωρίζουν χάρη στην φυσικότητα και αμεσότητά των: δεν έχουν ίχνος της χαρακτηριστικής εκείνης δυσκαμψίας που μετέτρεπε τους περισσότερους φωτογραφιζόμενους των αρχών του αιώνα σε κοκαλωμένες μούμιες. Στέκονται ίσια και μας κοιτάνε, οι περισσότεροι, με σοβαρότητα, σχεδόν ποτέ όμως με σοβαροφάνεια. Αν και δεν λείπουν από τα πορτραίτα οι ενδυματολογικές και άλλες λεπτομέρειες που επικεντρώνουν συνήθως το ενδιαφέρον του σημερινού παρατηρητή στις παλιές φωτογραφίες, ελάχιστα θα μας απασχολήσουν εδώ? αντίθετα, το βλέμμα εστιάζεται στα χαρακτηριστικά των προσώπων, στις στάσεις που τόσα προδίδουν για τους εικονιζόμενους και τις μεταξύ των σχέσεις και οπωσδήποτε στα εξαιρετικά εκφραστικά χέρια. Είναι, τελικά, παράδοξα σύγχρονα αυτά τα πορτραίτα - ή μπορεί ίσως να είναι απλώς διαχρονικά, όπως είναι πάντοτε η
     Οι άνθρωποι που φωτογραφίζει ο Φατσέας δεν παρουσιάζονται στα μάτια μας σαν απρόσωπες φιγούρες, συμβολικές κάποιου νοσταλγικά ίσως ειδωμένου παρελθόντος, αλλά διατηρούν ο καθένας τη ξεχωριστή προσωπικότητά του. Τα τρία-τέσσερα μεροκάματα που πλήρωσαν στον φωτογράφο αποδείχθησαν εν τέλει καλή επένδυση, αφού παράπλευρα με τα ταχυδρομικά δελτάρια που έστειλαν στον πατέρα ή τον γιο στην Αυστραλία, αγόραζαν εν αγνεία τους και μία μικρή δόση αθανασίας: όχι μόνο γιατί τα χαρακτηριστικά του προσώπου των έφθασαν μέχρις εμάς, αλλά κυρίως διότι η αλχημεία του φωτογράφου ήταν τέτοια που στη θέα της ως εκ θαύματος αναστημένης φωτογραφίας κοντοστεκόμαστε, άθελά ίσως, για να μελετήσουμε την εικόνα τους και να αναρωτηθούμε ποιοι ήσαν, πως έζησαν, τι είδαν τα μάτια τους. Απαθανατισμένοι από τον Φατσέα, οι άνθρωποι αυτοί είναι συγχρόνως άλλοι και οικείοι.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Χάρη στην εξαιρετική γενναιοδωρία των επιζώντων τέκνων του Παναγιώτη Φατσέα, και ειδικά των κληρονόμων του φωτογραφείου, Μανώλη και Χαράλαμπο και των συζύγων τους, καθώς και του εγγονού του φωτογράφου, Παναγιώτη, το αρχείο Φατσέα δωρίσθηκε στο Κυθηραϊκό Φωτογραφικό Αρχείο το οποίο διαχειρίζεται η μη κερδοσκοπική Πολιτιστική Εταιρεία Κυθήρων. Πρόθεση του Φωτογραφικού Αρχείου είναι κατ'αρχάς να αναχαιτισθεί η άμεση φθορά των αρνητικών και εν συνεχεία να καθαρισθούν, να καταγραφούν λεπτομερώς και να παραχθούν από αυτά δύο τουλάχιστον αναλογικές αργυροτυπίες. Αυτές με τη σειρά τους θα αποτελέσουν τη βάση κάθε μεταγενέστερης αναπαραγωγής, είτε μέσω καινούργιου αρνητικού (internegative), είτε με τη χρήση ηλεκτρονικού αρχείου.

© Γιάννης Σταθάτος 2002
Πρώτη δημοσίευση, Ελληνικές Φωτογραφικές Μελέτες 2002. Φωτογραφικές Συναντήσεις Κυθήρων & Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, 2003. ISBN 960 87039 9 0.

Τα πνευματικά δικαιώματα του κειμένου αυτού ανήκουν στον συγγραφέα. Απαγορεύονται η άνευ αδείας αναλογική ή ψηφιακή αναπαραγωγή και η οπoιασδήποτε μορφής αναδημοσίευση. Επιτρέπεται εντούτοις η εκτύπωση ενός μόνον αντιγράφου για σκοπούς έρευνας και μελέτης.

HOME
TOP
BACK